Επώδυνη απώλεια ο θάνατος της κορυφαίας Βυζαντινολόγου
13 Ιανουαρίου 2025.
Μεγάλη θλίψη προκάλεσε σε όσους γνώριζαν και εκτιμούσαν το επιστημονικό έργο και την προσωπικότητα της, η είδηση του θανάτου της ιστορικού Βυζαντινολόγου και μέλους της Ακαδημίας Αθηνών Χρύσας Μαλτέζου.
Ο θάνατος της επήλθε στις 10 Ιανουαρίου 2025, μετά από ασθένεια. Η εκλιπούσα ήταν 84 ετών και μέχρι τέλους παρέμεινε επιστημονικά ενεργή, συνεχίζοντας να επιτελεί τα καθήκοντα της στην Ακαδημία Αθηνών.
Στην πολύχρονη σταδιοδρομία της ανέλαβε πολλές θέσεις ευθύνης και αξιώματα. Και στο πέρασμα της άφησε ανεξίτηλα ίχνη, σε ό,τι αφορά την παραγωγή επιστημονικού έργου. Μεταξύ αυτών ξεχωριστή θέση κατέχει η θητεία της ως Διευθύντρια του Ελληνικού Ινστιτούτου Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών Βενετίας, από το 1998 έως το 2012.
Με την αείμνηστη Χρύσα Μαλτέζου είχα την τύχη και την χαρά να γνωριστώ το 2017, όταν η τότε κυβέρνηση και το συντεχνιακό κατεστημένο του Υπουργείου Εξωτερικών με νομοσχέδιο, επεδίωξε και κατάφερε να αλλάξει την διοικητική δομή του Ινστιτούτου, με στόχο την υπαγωγή του στον έλεγχο του Υπουργείου.
Τότε υπήρξε έντονη αντίδραση από την ελληνική και διεθνή επιστημονική κοινότητα, στην ‘άλωση’ του Ινστιτούτου από τους ‘μανδαρίνους’ του Υπουργείου. Η αείμνηστη Χρύσα Μαλτέζου, παρ’ ό,τι πλέον δεν ήταν Διευθύντρια του ιδρύματος, επέδειξε ζωηρό ενδιαφέρον για την τύχη του και εξέφρασε τις θέσεις της με άρθρα και δηλώσεις.
Την περίοδο εκείνη τίμησε και τον υποφαινόμενο, αποδεχόμενη να δώσει συνέντευξη για την εφημερίδα «Ανατολή».
Από την γνωριμία μου με την εκλιπούσα κάποια πράγματα αποτυπώθηκαν με τρόπο ανεξίτηλο στη σκέψη μου: Η σεμνότητα και η απλότητα της, παρά τους τίτλους και τις περγαμηνές που είχε αποκτήσει ή της είχαν απονεμηθεί κατά την σταδιοδρομία της, ο διεισδυτικός της λόγος που βασιζόταν σε στέρεα επιχειρήματα, η μαχητικότητα της ως επιστήμονας, και εν γένει η αύρα τής προσωπικότητας της, θα συνοδεύουν την μνήμη της.
Ως ελάχιστη ένδειξη τιμής στη μνήμη της εκλιπούσας, σε άλλο άρθρο αναδημοσιεύουμε την συνέντευξη που είχε δώσει στην «Ανατολή», η οποία δημοσιεύτηκε στο τεύχος Ιουλίου 2017. Διαβάζοντας μετά από χρόνια την συνέντευξη, επιβεβαιώνουμε εκ νέου πόσο σημαντική είναι η μελέτη των αρχείων της μεταβυζαντινής περιόδου για την κατανόηση του νεότερου Ελληνισμού. Και τα αρχεία του Ινστιτούτου της Βενετίας, έχουν κομβικό ρόλο στην μελέτη αυτή.
Αλλά αποκαλυπτικά είναι και όσα λέει στη συνέντευξη η αείμνηστη Χρύσα Μαλτέζου, για τον τρόπο που αντιμετωπίζει η πολιτεία, δια των κυβερνητικών και κρατικών λειτουργών, την έρευνα για την ιστορία του νεότερου Ελληνισμού.
Θα κλείσουμε το άρθρο μας με το βιογραφικό της εκλιπούσας. Διαβάζοντας το, πίσω από τις γραμμές μπορούμε να αναγνωρίσουμε την αγάπη και το πάθος που είχε για το πεδίο της επιστήμης της.
Αιωνία η μνήμη της.
Γρηγόρης Κεσίσογλου
Μια ζωή αφιερωμένη στην ιστορία των Ελλήνων
Η Χρύσα Μαλτέζου γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου το 1941, όπου πραγματοποίησε τις εγκύκλιες σπουδές της στο Αβερώφειο Γυμνάσιο. Έλαβε υποτροφία από το Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών και σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στη συνέχεια έλαβε υποτροφία από τη Γαλλική Κυβέρνηση και σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Μεσογειακών Σπουδών του Aix-en-Provence και ως υπότροφος της Ακαδημίας Αθηνών μετεκπαιδεύτηκε στο Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών Βενετίας. Έλαβε δίπλωμα από το Corso di Perfezionamento του Πανεπιστημίου της Πάντοβας και πτυχίο από τη Σχολή Παλαιογραφίας, Αρχειονομίας και Διπλωματικής των Κρατικών Αρχείων της Βενετίας.
Από το 1969 έως το 1979 διετέλεσε ερευνήτρια του Κέντρου Βυζαντινών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών. Επίσης Διευθύντρια του Κέντρου Βυζαντινών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών από το 1980 μέχρι το 1994.
Εργάστηκε ως Ειδική Επιστήμων στο Πανεπιστήμιο Κρήτης με αντικείμενο τη «Βυζαντινή Ιστορία και Ιστορία της λατινοκρατίας στον ελληνικό χώρο» το χρονικό διάστημα από 1977 έως 1982.
Από το 1982 έως το 1994 διετέλεσε Καθηγήτρια Μεσαιωνικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης. Διετέλεσε Διευθύντρια του Τομέα Αρχαίας και Μεσαιωνικής Ιστορίας, και Πρόεδρος του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας στο ίδιο Πανεπιστήμιο.
Το 1987 υπηρέτησε ως Fellow του Dumbarton Oaks Centre for Byzantine Studies, Washington.
Το 1995 διορίστηκε Καθηγήτρια Ιστορίας της περιόδου της βενετοκρατίας στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Το 1998 εξελέγη από την Ακαδημία Αθηνών Διευθύντρια του Ελληνικού Ινστιτούτου Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών Βενετίας.
Τον Οκτώβριο του 2005, στο πλαίσιο του προγράμματος του Ιδρύματος Αλέξανδρος Σ. Ωνάσης, έδωσε διαλέξεις και σεμινάρια στα Αμερικανικά Πανεπιστήμια του Πρίνστον, Rutgers, Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας, Μπέρκλεϋ και Mary Washington.
Υπήρξε μέλος ελληνικών και ξένων επιστημονικών συλλόγων και εταιρειών, ξένος εταίρος του Istituto Veneto di Scienze, Lettere ed Arti, αντεπιστέλλον μέλος του Ateneo Veneto, ξένος εταίρος της Deputazione di Storia Patria per le Venezie, αντεπιστέλλον μέλος του Istituto Siciliano di Studi Bizantini e Neoellenici “Bruno Lavagnini”, επίτιμο μέλος της Ρωσικής Ένωσης των Μεσαιωνολόγων (Associetas Historicorum Russorum Medii Aevi), μέλος της Société Internationale des Historiens de la Méditerranée, μέλος της διεθνούς συντακτικής επιτροπής του περ. Mediterranean Historical Review, μέλος της Διεθνούς Επιτροπής του Istituto Internazionale di Storia Economica F. Datini (Prato) κ.ά.
Έλαβε μέρος σε πολυάριθμα ελληνικά και διεθνή επιστημονικά συνέδρια και διοργάνωσε διεθνείς επιστημονικές συναντήσεις, ημερίδες και συμπόσια. Μετά από σχετικές προσκλήσεις, έδωσε διαλέξεις και σεμιναριακά μαθήματα σε πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα του εξωτερικού (Collège de France, πανεπιστήμια Σορβόννης, Γενεύης, Association Jean Gabriel Eynard, Μπολόνιας, Βαρκελώνης, Μαδρίτης, Βαρσοβίας, Μόσχας, Perth Αυστραλίας, Ραβέννας, Fondazione Flaminia Ραβέννας, Τορίνου, Bερόνας κ.ά.).
Έχει πραγματοποιήσει με την ιδιότητα της ερευνήτριας και της Διευθύντριας του Κέντρου Βυζαντινών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών ερευνητικές αποστολές σε αρχεία της Ιταλίας, στα αρχεία της Μονής Αγίου Ιωάννου Θεολόγου της Πάτμου, της Μονής Αγίας Λαύρας Καλαβρύτων, στα αρχεία της Κέρκυρας, των Κυθήρων και των πατριαρχείων Αλεξανδρείας και Ιεροσολύμων.
Τιμητικές διακρίσεις
Το 1982 τιμήθηκε με το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών για τη συμβολή της στη διάσωση και επιστημονική εκμετάλλευση τoυ Ιστορικού Αρχείoυ των Κυθήρων.
Το 2003 τιμήθηκε για την επιστημονική προσφορά της από τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας Κωνσταντίνο Στεφανόπουλο με τον Χρυσό Σταυρό του Τάγματος της Τιμής.
To 2006 το υπό τη διεύθυνσή της Eλληνικό Iνστιτούτο Bενετίας τιμήθηκε με το Διεθνές Bραβείο Ωνάση.
Tο 2007 τιμήθηκε από το Πανεπιστήμιο της Μπολόνια (έδρα Pαβέννας) με το βραβείο Dante Aligheri για την προσφορά της στη συντήρηση και ανάδειξη των πολιτισμικών αγαθών του ελληνισμού στη Bενετία.
Το 2012 έγινε τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.
Το 2013 εκδόθηκε τόμος αφιέρωμα προς την Μαλτέζου.
Ερευνητικά πεδία
Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα αφορούν στη βενετική περίοδο της ελληνικής ιστορίας: σχέσεις του Ελληνισμού με τη Δύση (φραγκοκρατούμενος και βενετοκρατούμενος ελληνισμός) από τον 13ο ως τον 18ο αιώνα και στις αρχειακές, παλαιογραφικές και διπλωματικές έρευνες.
Συγγραφικό έργο – δημοσιεύσεις
Έχει συγγράψει πλήθος μελετών που αφορούν την ιστορία των Ελλήνων στη διάρκεια της λατινοκρατίας, ασχολούμενη με πτυχές των σχέσεων μεταξύ του βυζαντινού και μεταβυζαντινού κόσμου και της Βενετίας και οι οποίες έχουν εκδοθεί σε βιβλίο και έχουν δημοσιευτεί σε επιστημονικά περιοδικά.
Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΛΟΓΟΥ ΧΡΥΣΑΣ ΜΑΛΤΕΖΟΥ ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΗ